Η στρατηγική της καθυστέρησης αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά, αλλά ταυτόχρονα και ένα από τα πιο ριψοκίνδυνα “όπλα” στη σύγχρονη βιομηχανία της τεχνολογίας. Όταν ένας κολοσσός επιλέγει συνειδητά να απέχει από μια νέα, αναδυόμενη κατηγορία προϊόντων, παρακολουθώντας για σχεδόν μια δεκαετία τους ανταγωνιστές να πειραματίζονται, να κάνουν λάθη και να διορθώνουν τις αστοχίες τους, δημιουργεί αυτόματα μια εξαιρετικά βαριά και σιωπηλή υπόσχεση προς το καταναλωτικό κοινό: Όταν τελικά αποφασίσει να παρουσιάσει τη δική του πρόταση, αυτή οφείλει να είναι απαλλαγμένη από τις “παιδικές ασθένειες” του παρελθόντος.
Το iPhone Duo, η “πολυαναμενόμενη” είσοδος της Apple στην αγορά των αναδιπλούμενων (foldable) smartphones, καταφθάνει ακριβώς με αυτές τις… προσδοκίες από το αγοραστικό κοινό. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς αν η εταιρεία κατάφερε να κατασκευάσει ένα ικανό τηλέφωνο, αλλά αν το τελικό αποτέλεσμα καταφέρνει να εξισορροπήσει τον μύθο της “αργοπορημένης τελειότητας” με τη σκληρή πραγματικότητα μιας συσκευής που, επί της ουσίας, παραμένει μια προσπάθεια πρώτης γενιάς.
Υπάρχει ένα ενδιαφέρον και μάλλον υποκριτικό παράδοξο που συνοδεύει την κυκλοφορία του iPhone Duo, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να το αγκαλιάσει ένα μέρος του αγοραστικού κοινού. Από τη μία πλευρά, επικρατεί το αφήγημα ότι η εταιρεία μπαίνει στον χορό των αναδιπλούμενων συσκευών μόνο επειδή βρήκε τον τρόπο να το κάνει “σωστά” και καλύτερα από τους άλλους. Από την άλλη πλευρά, όταν εντοπίζονται προφανείς εργονομικές και τεχνικές αστοχίες, υπάρχει η δικαιολογία πως πρόκειται για “το πρώτο τηλέφωνο του είδους του” για την εταιρεία. Δεν νοείται η καθυστέρηση να παρουσιάζεται ως πλεονέκτημα τεχνολογικής ωριμότητας, και την ίδια στιγμή τα σχεδιαστικά σφάλματα να συγχωρούνται λόγω κατασκευαστικής απειρίας. Το iPhone Duo οφείλει να κριθεί αυστηρά και αντικειμενικά, τόσο απέναντι στην τιμολογιακή του τοποθέτηση, η οποία ξεπερνά με χαρακτηριστική άνεση τα 2.400 ευρώ, όσο και απέναντι στον ανταγωνισμό.
Ξεκινώντας από την ποιότητα κατασκευής, το iPhone Duo αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη επίδειξη υπεροχής στα υλικά. Η συσκευή είναι βαριά, ίσως περισσότερο από όσο θα περίμενε κανείς, ωστόσο αυτό το βάρος μεταφράζεται απευθείας σε μια premium, άκρως πολυτελή αίσθηση στο χέρι. Το πλαίσιο, κατασκευασμένο από τιτάνιο, αποπνέει στιβαρότητα, ενώ ο ίδιος ο μηχανισμός του “μεντεσέ” εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Οι μαγνήτες κρατούν τα δύο μισά απόλυτα σφιχτά όταν το τηλέφωνο είναι κλειστό, ενώ το άνοιγμα συνοδεύεται από μια ποιοτική, γραμμική αντίσταση, η οποία “απελευθερώνεται” ιδανικά ελάχιστα πριν την πλήρη ανάπτυξη της οθόνης.
Τα προβλήματα, ωστόσο, ξεκινούν τη στιγμή που αρχίζει να αναλύεται η εργονομία και η επιλογή των αναλογιών στις δύο οθόνες. Η εξωτερική οθόνη του iPhone Duo αποτελεί ίσως την πιο αμφιλεγόμενη σχεδιαστική απόφαση της συσκευής. Αντί να υιοθετηθεί μια παραδοσιακή, στενόμακρη αναλογία (κάτι που έχει πλέον κατακτηθεί από τον ανταγωνισμό στον χώρο του Android επιτρέποντας στις κλειστές συσκευές να λειτουργούν ως απόλυτα φυσιολογικά smartphones) η εταιρεία επέλεξε ένα πολύ φαρδύ και κοντό, σχεδόν τετράγωνο format.
Η επιλογή αυτή μετατρέπει την καθημερινή χρήση της εξωτερικής οθόνης σε μια παράξενη και συχνά άβολη εμπειρία. Οι περισσότερες εφαρμογές είναι σχεδιασμένες με τη λογική των κάθετων οθονών. Αυτό αναγκάζει το λειτουργικό σύστημα να προσαρμόζεται μεταφέροντας βασικές επιλογές αλληλεπίδρασης στο δεξί μέρος της οθόνης, αντί για το κάτω, αλλάζοντας την μνήμη των κινήσεων του χρήστη. Οπτικά, το εξωτερικό πάνελ είναι ασύμμετρο, διαθέτοντας καμπύλες στη μία του πλευρά και ορθές γωνίες στην άλλη (στο σημείο του μεντεσέ). Φυσικά, τεχνικά, η οθόνη είναι ένα εξαιρετικό OLED πάνελ με κορυφαία φωτεινότητα και πιστότητα χρωμάτων, ακολουθώντας τα υψηλά στάνταρ των “Pro” μοντέλων, όμως οι διαστάσεις της αφήνουν μια αίσθηση… πειράματος που έγινε αναγκαστικά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το σχήμα της εσωτερικής οθόνης.
Περνώντας στο εσωτερικό της συσκευής, το τεχνολογικό επίπεδο παραμένει εντυπωσιακό. Η μεγάλη εσωτερική οθόνη διαθέτει μια ιδιαίτερα πρακτική ματ επίστρωση, η οποία ελαχιστοποιεί τις ενοχλητικές αντανακλάσεις. Σχετικά με το διαβόητο «τσάκισμα» στη μέση του πάνελ (το σημείο όπου η οθόνη διπλώνει) η αλήθεια είναι ότι υπάρχει. Αν κάποιος το αναζητήσει, θα το δει υπό συγκεκριμένες γωνίες φωτισμού και θα το νιώσει περνώντας το δάχτυλό του από πάνω. Όμως, στην πραγματική καθημερινή χρήση, αυτό εξαφανίζεται γρήγορα από την αντίληψη του χρήστη και παύει να αποτελεί πραγματικό κριτήριο επιλογής. Μια κάμερα σχεδιασμένη αποκλειστικά για βιντεοκλήσεις υπάρχει διακριτικά τοποθετημένη, αποφεύγοντας υπερβολές, καθώς ελάχιστοι θα χρησιμοποιούσαν ένα ανοιχτό foldable για selfies.
Το σημαντικότερο μειονέκτημα της εσωτερικής οθόνης κρύβεται και πάλι στην αναλογία των πλευρών της. Το σχεδόν τετράγωνο σχήμα, ενώ μπορεί να βολεύει στην ανάγνωση κειμένων ή στο multi-tasking, αποδεικνύεται λιγότερο πρακτικό για την κατανάλωση πολυμέσων. Η αναπαραγωγή ενός τυπικού βίντεο (16:9) ή μιας κινηματογραφικής ταινίας συνοδεύεται από αντιαισθητικά μαύρα περιθώρια πάνω και κάτω. Μία φωτεινή προσθήκη, ωστόσο, είναι η υποστήριξη του Apple Pencil (έστω και σε δοκιμαστικό στάδιο προς το παρόν), διευρύνοντας τις δυνατότητες παραγωγικότητας για όποιον το έχει ανάγκη σε μέγεθος τσέπης, έστω κι αν δεν πλησιάζει τις διαστάσεις ενός iPad Pro.
Αντιθέτως, εκεί όπου το iPhone Duo συγκεντρώνει δικαιολογημένα τα αυστηρότερα πυρά, είναι στον τομέα της εργονομίας των φυσικών του πλήκτρων και του συστήματος των καμερών του. Για μια εταιρεία που έχει χτίσει πάνω στη λεπτομερή μελέτη της εμπειρίας χρήστη, οι αποφάσεις εδώ είναι επιεικώς ακατανόητες. Στη δεξιά πλευρά του τηλεφώνου έχουν στριμωχτεί το πλήκτρο ενεργοποίησης (με ενσωματωμένο Touch ID) και το πλήκτρο κάμερας. Η μικρή απόσταση μεταξύ τους έχει ως αποτέλεσμα ο χρήστης, στην προσπάθειά του να βρει μοχλό πίεσης για να ανοίξει τη συσκευή, να πατάει συχνά κατά λάθος την κάμερα. Ακόμα χειρότερα, τα πλήκτρα αυξομείωσης της έντασης είναι τοποθετημένα στην πάνω πλευρά της συσκευής όταν αυτή είναι κλειστή. Αν το τηλέφωνο χρησιμοποιείται ανοιχτό σε λειτουργία tablet, η θέση έχει λογική. Αν όμως κάποιος το χρησιμοποιεί ως ένα συμβατικό, κλειστό smartphone, η θέση είναι εντελώς άβολη.
Το κεφάλαιο «κάμερες», ωστόσο, αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο και πιο δύσκολο συμβιβασμό για τον τελικό αγοραστή. Σε μια συσκευή που κοστολογείται στην απόλυτη κορυφή, η παραχώρηση στο φωτογραφικό hardware είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Το iPhone Duo δανείζεται τη βασική του κάμερα από τα κατώτερα μοντέλα της σειράς 17 (ή το φημολογούμενο Air), στερώντας του τον αισθητήρα που συναντάμε στα Pro. Επιπλέον, απουσιάζει εντελώς η τρίτη κάμερα του τηλεφακού, αφήνοντας μόνο τη βασική και μια υπερευρυγώνια κάμερα.
Το επιχείρημα πως ένα αναδιπλούμενο τηλέφωνο δεν έχει χώρο για κορυφαίες κάμερες, έχει ήδη καταρριφθεί από τον ανταγωνισμό. Συσκευές όπως το Huawei Mate X7 ή το Samsung Galaxy Z Fold 8 Ultra ενσωματώνουν σημαντικά ανώτερα φωτογραφικά συστήματα, αποδεικνύοντας ότι αν υπάρχει η τεχνολογική θέληση, ο περιορισμός του πάχους μπορεί να ξεπεραστεί. Ακόμα πιο οξύμωρο είναι το γεγονός πως το camera module προεξέχει σημαντικά από την πλάτη του Duo, πράγμα που σημαίνει πως ο χώρος δόθηκε, απλά δεν αξιοποιήθηκε για hardware επιπέδου ναυαρχίδας. Μια ακόμη εργονομική παραφωνία είναι η κάθετη διάταξη των φακών: αν κρατήσει κανείς τη συσκευή οριζόντια όταν είναι ανοιχτή, οι κάμερες βγάζουν κάθετες φωτογραφίες. Τέλος, το γεγονός πως όταν η συσκευή λειτουργεί ημι-ανοιχτή σαν βάση στήριξης, ακουμπά αναγκαστικά την εξωτερική της οθόνη πάνω σε επιφάνειες, την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε γρατσουνιές, απαιτώντας άμεσα την τοποθέτηση προστατευτικού.
Συνοψίζοντας, το iPhone Duo είναι μια συσκευή ακραίων αντιφάσεων, ένα τεχνολογικό σταυροδρόμι ανάμεσα στην πολυτέλεια και τον συμβιβασμό. Είναι κατασκευαστικά άρτιο και αποπνέει τον αέρα της απόλυτης premium εμπειρίας που εγγυάται το οικοσύστημα της κατασκευάστριας. Ωστόσο, οι εργονομικές αστοχίες με τα φυσικά πλήκτρα, οι άβολες αναλογίες των οθονών του και το ξεκάθαρα υποδεέστερο, για την κατηγορία τιμής, σύστημα καμερών, αποδεικνύουν πως η καθυστέρηση ετών δεν μεταφράστηκε αυτομάτως σε τελειότητα. Οι ανταγωνιστές του έχουν προχωρήσει μπροστά λύνοντας προβλήματα στα οποία το Duo τώρα δείχνει να σκοντάφτει για πρώτη φορά. Είναι ένα πανάκριβο, φιλόδοξο και λαμπερό πρώτο βήμα, το οποίο όμως απαιτεί γενναίες υποχωρήσεις από έναν χρήστη που πληρώνει για να έχει το απόλυτο, αλλά τελικά παίρνει στα χέρια του ένα πολυτελές -και ίσως λίγο ανώριμο- πείραμα.
Λίγο περισσότερο από μια 10ετία σε επίσημα service, έχοντας επισκευάσει μερικές… χιλιάδες τηλέφωνα, από την εποχή που δεν ήταν ακόμα “smartphones”. Βρήκα περισσότερο ενδιαφέρον στη δοκιμή τους, την δημιουργία αναλυτικών reviews και video για κάθε ένα από αυτά! Gaming και οδήγηση οι αγάπες μου εκτός του χώρου της τεχνολογίας